Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 
....

 
Αυτές τις μέρες με την αποκάλυψη των  κτηματομεσιτικών  δραστηριοτήτων του Μοναχού Εφραίμ και της Μονής Βατοπεδίου, επανήλθε στην επικαιρότητα το θέμα του διαχωρισμού εκκλησίας – κράτους και το ξεχασμένο αλλά τεράστιο πρόβλημα της λεγόμενης εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας.
Η κατοχή και η επιχειρηματική εκμετάλλευση της γης είναι ένα ισχυρό μέσο εξουσίας. Έτσι στο όνομα του «Θεού», η βασική θεώρηση του Μοναχισμού που βασίζεται στην ακτημοσύνη έχει προ πολλού απεμποληθεί. Αυθαίρετα κτίσματα  νομιμοποιούνται, περιοχές  εκτός σχεδίου πόλεως  νύκτωρ βαπτίζονται εντός σχεδίου,  δασικές εκτάσεις  χωρίς να έχουν καεί βαπτίζονται  χορτολιβαδικές, με ενέργειες σεβάσμιων μοναχών από κοινού με θεοσεβούμενους  Υπουργούς, και άλλα πολλά.  Η επίσημη πολιτεία είναι όμως εκείνη που σε τελική ανάλυση δημιουργεί ή ενδίδει σ’ αυτήν  την κληρικοοικονομικοπολιτική συναλλαγή.
Η  εκκλησία – όπως η ίδια ισχυρίζεται- κατέχει 1,3 εκατομμύρια στρέμματα ή 855 χιλιάδες  στρέμματα σύμφωνα με τα στοιχεία της ελληνικής πολιτείας, την οποία διαχειρίζεται ανεξέλεγκτα ή με την συνεργασία και  με τις ευλογίες του Δημοσίου. Μέσο της διεύρυνσης της ιδιοκτησίας της, η εκκλησία αποσκοπεί στην διασφάλιση οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. 
Δυστυχώς τα όποια βήματα έγιναν προς την κατεύθυνση του ξεκαθαρίσματος μιας ερμαφρόδιτης και νοσηρής κατάστασης δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ.
Είναι πρωτοφανές για 21 χρόνια να διατηρούνται ανενεργοί δυο Νόμοι, βάση των οποίων μεταφέρεται ο έλεγχος και η διαχείριση  της εκκλησιαστικής περιουσίας στο κράτος.
Θα μπορούσε επιεικώς να δεχθεί κανείς ότι για τα αστικά ακίνητα απαιτείται λεπτομερής εργασία για το ξεκαθάρισμα τους, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για τις δασικές και αγροτολιβαδικές εκτάσεις που από το 1987 ο Νόμος Τρίτση είχε προβλέψει την πλήρη μεταβίβαση αυτών των  εκτάσεων στο δημόσιο.
Η από τότε αρνούμενη την διευθέτηση ηγεσία της εκκλησίας, δρα ανενόχλητη, πουλά ή καλύτερα  ξεπουλά, με αμφιλεγόμενους τίτλους ιδιοκτησίας εκτάσεις - φιλέτα, αποχαρακτηρίζει και οικοπεδοποιεί μεγάλες εκτάσεις, στήνει επιχειρηματικές δραστηριότητες  - real estate, και το χειρότερο και προκλητικότερο, επεμβαίνει και αποτρέπει την αξιοποίηση τους από Δήμους ή το Δημόσιο.
Η καταγραφή της μοναστηριακής περιουσίας που έγινε πριν από 21 χρόνια σαφώς δεν είναι πλήρης.  Εκτός καταγραφής έμεινε το μεγαλύτερο μέρος και που αφορά στις μικρότερες των πενήντα στρεμμάτων εκτάσεις αφού τότε καταγράφηκαν μόνο οι μεγάλες εκτάσεις.
Επιβεβαίωση των παραπάνω αποτελεί η δήλωση πριν δέκα χρόνια των εκπροσώπων 8 Μονών οι οποίες προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων  και οι οποίοι αποτίμησαν την αξία της ανεκμετάλλευτης μοναστηριακής περιουσίας στα 7,4 τρις ευρώ.
Υπάρχει λοιπόν Νόμος ο οποίος παρά τις όποιες ατέλειες ή ελλείψεις, επιτέλους κάποτε πρέπει να ενεργοποιηθεί και να σταματήσει η κακοδιαχείριση αυτής της κοινής, σε τελική ανάλυση, περιουσίας.
Ο Νόμος Τρίτση – χωρίς να  υπεισέρχεται στην αξία ή την αυθεντικότητα  των όποιων πατριαρχικών χρυσόβουλων ή των επαίσχυντων μωαμεθανικών φιρμανιών, προϊόν βεβαίως συναλλαγής με  τον κατακτητή,  διέπεται από μια απλούστατη αρχή -  «Η κυριότητα της μοναστηριακής  περιουσίας, περνά στο Δημόσιο εκτός από τις εκτάσεις που περιβάλλουν τις μονές σε ακτίνα 200 μέτρων.»
Δύο δεκαετίες μετά, η αδράνεια και η ένοχη ανοχή  του Δημοσίου, επιτρέπει να γίνονται χιλιάδες μεταβιβάσεις δασικών, αγροτολιβαδικών και λοιπών εκτάσεων,  μάλιστα με εντατικούς ρυθμούς, σύμφωνα με τα στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας και δρομολογείται  το ξεπούλημα  χωρίς κανέναν έλεγχο σ’ όλη την επικράτεια του κοινού πλούτου των Ελλήνων.
Στις μέρες μας η Ελληνική πολιτεία βρίσκεται μπροστά σε μια ώριμη συγκυρία. Η εποχή του εκβιασμού έχει τελειώσει.  Ο λαϊκισμός του μακαρίτη Χριστόδουλου Παρασκευαϊδη έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Στην περίφημη καταγγελτική του φράση στα 1987 «Τι θέλει επιτέλους η σοσιαλιστική κυβέρνηση της Ελλάδας, να μας πάρει και τα καντήλια;» υπάρχει η απάντηση εκ των πραγμάτων.
Η Ελληνική πολιτεία πληρώνει ετησίως πάνω από τριακόσια (300) εκατομμύρια ευρώ για την μισθοδοσία των λειτουργών της εκκλησίας και εκατοντάδες εκατομμύρια για την συντήρηση της κτιριακής υποδομής της και άλλα πολλά. Αν το πολλαπλασιάσουμε με τις δεκαετίες που το πράττει, τότε το κράτος θα έχει λαμβάνειν επιπροσθέτως.
Αν την εποχή του Α. Τρίτση το νομοσχέδιο του στην εισαγωγική έκθεση ανέφερε μεταξύ άλλων «περί κοινωνικοποιήσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας και του εκδημοκρατισμού της διοίκησης της»,  στα 2008 ο τίτλος του νομοσχεδίου θα μπορούσε να είναι « Για την διάσωση από την άφρονα εκποίηση της αποκαλούμενης εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας και τον ισοσκελισμό των  εξόδων του Δημοσίου προς της εκκλησία».
Αν πράγματι είναι αληθές ότι από το 100% της εκκλησιαστικής περιουσίας, κατά την σύσταση του Νεοελληνικού κράτους– αφαιρουμένου του ποσοστού της αγροτικής μεταρρύθμισης του Ελ. Βενιζέλου – έχει απομείνει μόλις το 4%, τότε η Ελληνική δικαιοσύνη έχει μεγάλο έργο μπροστά της. Τότε σαφώς οι μεγάλες ιερές τραπεζικές καταθέσεις, οι ιερές μετοχές και οι ιερές επενδύσεις  real estate, επιβάλλεται να ελεγχθεί η προέλευση και η φαύλη  διαχείριση τους και να δημοσιοποιηθεί η σημερινή κατάσταση. Το σπυρί έσπασε και πρέπει να καθαρίσει.
Η Ελληνική πολιτεία δεν πρέπει να οπισθοχωρήσει αυτή τη φορά. Ας ακολουθήσει την πρακτική του Ισπανού Πρωθυπουργού Θαπατέρο, που πέραν του απόλυτου διαχωρισμού εκκλησίας – κράτους, που βεβαίως προϋπήρχε,   προχώρησε έτι περαιτέρω, καταργώντας την χρηματοδότηση του Ισπανικού Δημοσίου προς τα καθολικά σχολεία και επιβάλλοντας στους λειτουργούς της καθολικής εκκλησίας να ασχολούνται αποκλειστικά με τα του οίκου τους.
Δεν ευελπιστούμε  σε  πολιτική ρήξεων από μια συντηρητική κυβέρνηση.
Ευελπιστούμε όμως,  η επερχόμενη προοδευτική πλειοψηφία αυτή τη φορά, με σαφήνεια και αποφασιστικότητα, να πράξει το πρέπον, χωρίς τους συμβιβασμούς του παρελθόντος.